Οικονομία: Απο την πράξη στην θεωρία … επιστημονικά

Συνδέσεις όλα και όχι όλα,
ομόνοια, διχόνοια, συμφωνία, ασυμφωνία:
το Ένα γεννιέται απ’ όλα και από το Ένα όλα ❞.
Ηράκλειτος

Λίγο πριν το μέσον της δεκαετίας του 90 πήρα την απόφαση να επιστρέψω από το εξωτερικό και να ζήσω μόνιμα στην Ελλάδα. Έτσι νόμιζα ότι έκλεινα, κατά κάποιον τρόπο οριστικά, έναν προηγούμενο κύκλο, ο οποίος είχε ανοίξει μερικά χρόνια πριν, όταν έφευγα για μεταπτυχιακές σπουδές στην Γαλλία. Όμως, ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος για την συνέχεια…


δρ Χάρης Βλάδος

Απόσπασμα…από το καινούργιο βιβλίο του πουείναι … «έτοιμο για σερβίρισμα»

Στρατηγική Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, σε συνθήκες Κρίσης

Ήδη απο τις 15 Δεκεμβρίου …. στην διάθεσή σας


– Η Πρώτη Περίοδος στο Παρίσι και η Επιστροφή

Στο Παρίσι ήθελα, κυρίως, να διευρύνω τους επιστημονικούς μου ορίζοντες και να εμπλουτίσω περαιτέρω τους προβληματισμούς μου. Ήθελα να γνωρίσω καλύτερα και την «άλλη όχθη» των Οικονομικών Επιστημών και, συγκεκριμένα, να γνωρίσω πληρέστερα τα επονομαζόμενα ετερόδοξα (ή, αλλιώς, αιρετικά) Οικονομικά. Είχα διαλέξει από την αρχή το Πανεπιστήμιο Paris X- Nanterre γιατί εκεί δίδασκαν κάποιοι καθηγητές, των οποίων ορισμένα μεταφρασμένα άρθρα μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση, ενώ βρισκόμουν ακόμα στις προπτυχιακές σπουδές μου.

Τελικά, με δέχτηκαν σε αυτό το Πανεπιστήμιο για σπουδές εμβάθυνσης στα Οικονομικά. Συγκεκριμένα, με έκαναν δεκτό στην ειδίκευση με θέμα την «Δυναμική της Παγκόσμιας Οικονομίας»: αυτό ακριβώς το οποίο προσδοκούσα. Κάπως έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια. Οι μεταπτυχιακές αυτές σπουδές κάποτε τελείωσαν. Τελικά, τους άντεξα (και, πολύ περισσότερο βέβαια, με άντεξαν…) ως το τέλος αυτού του «πρώτου γύρου».

Για τα δυο επόμενα χρόνια, περίπου, περιπλανήθηκα προς διάφορους προορισμούς, καλλιεργώντας κάποια ειδικότερα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα, τα οποία είχαν αναδυθεί εν τω μεταξύ: ασχολήθηκα, κυρίως, με θέματα που αφορούσαν την Τοπική Ανάπτυξη, την Επιχειρηματικότητα, την Ανταγωνιστικότητα και την Περιβαλλοντική Οικονομική και, συγκεκριμένα, εστίασα τη μελέτη μου επί της στενής σχέσης τους με την ευρύτερη προβληματική της Παγκοσμιοποίησης. Και τότε, κάπου λίγο πριν το μέσον της δεκαετίας του 90, αισθάνθηκα «πλήρης περιπετειών»…: πήρα την απόφαση ότι το σπίτι μου θέλω να βρίσκεται, πλέον μόνιμα, στην Ελλάδα. Και έτσι επέστρεψα.

Πίστευα, ότι είχα φέρει μαζί μου, από τα «ξένα», ορισμένα πολύ χρήσιμα πράγματα: χρήσιμες γνώσεις, τις οποίες, μάλιστα, βιαζόμουν να τις αξιοποιήσω, βιαζόμουν να πιάσουν τόπο. Που θα έπιαναν, όμως, τόπο; Πώς θα ξεκινούσα; Για να αποφύγω τα «μεγάλα άλματα», κατά κάποιο τρόπο, συνέχισα απλώς την δουλειά που είχα αρχίσει ήδη να «μαθαίνω» από την εποχή που ήμουν ακόμη προπτυχιακός φοιτητής, παραδίδοντας μαθήματα. Ξεκίνησα να εργάζομαι ως καθηγητής στον χώρο της ιδιωτικής μεταλυκειακής –επονομαζόμενης και κολεγιακής- εκπαίδευσης, ειδικότερα στον χώρο των business studies. Η φιλοσοφία του ανεξάρτητου, αυτόνομου και δημιουργικού «ψύλλου»-δασκάλου, σύμφωνα με την ιδιαιτέρως εύστοχη διατύπωση του Charles Handy (Handy Ch.[2001]: Ο ελέφαντας και ο ψύλλος, Εκδόσεις Κριτική [2003].), με είχε ήδη «μολύνει»: έτσι ξεκίνησα, κατά βάθος, και εγώ για «ψύλλου πήδημα». Προσπάθησα να γίνω «ελεύθερος δάσκαλος». Είναι αλήθεια ότι και αυτή η επιλογή μου δεν ήταν και η πιο ξεκούραστη που θα μπορούσα να έχω ακολουθήσει.

Ξεκίνησα, λοιπόν, φτιάχνοντας σιγά-σιγά τις αναγκαίες σημειώσεις διδάσκοντας την ίδια περίοδο, σε διαφορετικά ακροατήρια, διαφορετικά αντικείμενα: Βασικά Οικονομικά (μακροοικονομία και μικροοικονομία), Διοίκηση Επιχειρήσεων και Marketing. Μετά ήρθε η Στρατηγική των Επιχειρήσεων και μετά η Διαχείριση Αλλαγής (Change Management). Στη συνέχεια, ήρθαν να προστεθούν και άλλες νέες επιμέρους θεματικές… Όλα αυτά τα αντικείμενα τα είχα διδαχτεί, βέβαια, είτε σε προπτυχιακό, είτε σε μεταπτυχιακό επίπεδο και δεν έπαυα να εμβαθύνω την ενημέρωση μου. Όμως, δεν είχα δει κανέναν έως τότε να τα διδάσκει όλα «εν παραλλήλω». Δικαιολογημένα φοβόμουνα. Αυτή η πολυεστίαση μου φάνηκε, ειδικά τα πρώτα χρόνια, όντως πολύ δύσκολη και απαιτητική.

Στο βάθος, δίδασκα πάντοτε στο ίδιο επιστημονικό αντικείμενο –τις επιχειρήσεις και την οικονομία- ενασκούμενος, όμως, συστηματικά μέσα από πολλές, διαφορετικές και, αρκετές φορές, αποκλίνουσες (μεθοδολογικά και εξηγητικά) εκφάνσεις του. Για παράδειγμα, την πρώτη ώρα των μαθημάτων σε μια αίθουσα «ερμήνευα συμφωνική μουσική» (ας πούμε μικροοικονομία)¹, τη δεύτερη σε άλλη αίθουσα «όπερα» (ας πούμε μακροοικονομία)², τη τρίτη «rock» (ας πούμε marketing), τη τέταρτη «jazz» (ας πούμε στρατηγική επιχειρήσεων): όλα τα είδη της «μουσικής» είχαν το γούστο τους, η «μουσική», άλλωστε, ήταν και παραμένει μία. Σε αυτήν την τροχιά, σιγά-σιγά σα να γινόμουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, πολυειδικευμένος εισηγητής.

Κάποια στιγμή το 1995, σε ένα από τα εκπαιδευτικά κέντρα με το οποίο συνεργαζόμουν τότε «μόνταρα» για πρώτη φορά, πήρα την έγκριση και «έτρεξα», το πρώτο μου, εκτός προγράμματος σπουδών, «πειραματικό» σεμινάριο με τίτλο: «Η Παγκοσμιοποίηση και οι Ελληνικές Επιχειρήσεις». Στηριζόταν σε ένα σύντομο κύκλο εισηγήσεων, ο οποίος προσπαθούσε να τοποθετήσει, σε ένα ενιαίο πλαίσιο διαπραγμάτευσης, τις μακροοικονομικές, κλαδικές και διακλαδικές, διοικητικές, οργανωτικές, στρατηγικές και marketing διαστάσεις της ένταξης των ελληνικών επιχειρήσεων -ακριβέστερα, των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια- στην Παγκοσμιοποίηση.

Αυτό το σεμινάριο, από την πρώτη χρονιά πήγε καλά: καθώς ήταν εμφανώς ανορθόδοξο στη δόμηση του και κέντρισε επαρκώς το ενδιαφέρον των σπουδαστών, διαθέτοντας ένα εντυπωσιακό -σχεδόν εξωτικό, για την εποχή- περίγραμμα: «Παγκοσμιοποίηση και Ελλάδα». Τη δεύτερη χρονιά διεξαγωγής του, μάλιστα, έσπευσαν να το παρακολουθήσουν και κάποιοι, εν πολλοίς απρόσμενοι, νέοι επισκέπτες: διάφορα στελέχη επιχειρήσεων, κάποιοι συνάδελφοι οικονομολόγοι καθώς και μερικοί νέοι επιχειρηματίες. Επρόκειτο, συνολικά, για ένα πετυχημένο, ζουμερό και τονωτικό πείραμα.

– Η Πράξη και η Θεωρία

Στο βάθος, μέσα από κάποια τέτοιου τύπου «εκπαιδευτικά πειράματα», άρχισα να δοκιμάζω νέους τρόπους προσέγγισης και παρουσίασης του ζητήματος της ένταξης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού στην Παγκοσμιοποίηση. Ακολουθούσα στην πράξη με επαρκή επιτυχία νέες οδούς παρουσίασης του αντικειμένου μου, συνδυάζοντας τις μακροοικονομικές, τις μικροοικονομικές και τις μεσοοικονομικές³ διαστάσεις του: ακολουθούσα νέες διαδρομές με τις οποίες μπορούσε, όντως, να προσεγγιστεί με πληρέστερο τρόπο η εσωτερική σύνδεση, η στενή αλληλεπίδραση και η συνεχής ερμηνευτική αλληλοενίσχυση των επιμέρους διαστάσεων των Οικονομικών και Διοικητικών Επιστημών, στο συγκεκριμένο θέμα που με απασχολούσε.

Παράλληλα, μέσα από όλα αυτά, άρχισα σιγά-σιγά να καταλαβαίνω σε βάθος και το πόσο πολύ χάνει κάθε οικονομολόγος που έχει συνηθίσει να κατακερματίζει την γνώση του σε επιμέρους εξειδικευμένα, διαχωρισμένα «χωράφια», τα οποία, όμως, σχετικά σπάνια προσπαθεί να ενώσει, και να τα δει όλα μαζί. Να ενώσει, δηλαδή, το επιμέρους με το συνολικό, τις επιμέρους στατιστικές αποτυπώσεις με τη συνολική ιστορική διάσταση του αντικειμένου που τον ενδιαφέρει.

Κέρδισα, όμως, και κάτι περισσότερο: μια αρκετά ενοχλητική συνειδητοποίηση. Άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο σημαντικό και ενδιαφέρον είναι αυτό που παράγεται όταν καταφέρνουν να επικοινωνούν, να συνεννοούνται και να συγκλίνουν βαθμιαία στις οπτικές και στις ερμηνείες τους, οι άνθρωποι της «πράξης» (οι επιχειρηματίες, τα στελέχη των επιχειρήσεων, οι δημόσιοι λειτουργοί…) με τους ανθρώπους της «θεωρίας» ( οι καθηγητές, οι μελετητές, οι ερευνητές, οι συγγραφείς…) της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Όταν, δηλαδή, καταφέρνουν να γεφυρώνουν γόνιμα τις ιδέες και τα βιώματα τους απέναντι σε ένα υπαρκτό οικονομικό πρόβλημα άνθρωποι οι οποίοι, «υποτίθεται», ότι δεν έχουν μεταξύ τους τίποτα κοινό… Όταν συνεννοούνται δύο δήθεν αντίπαλες ομάδες ανθρώπων: άνθρωποι «της δράσης» από την μια πλευρά του λόφου και άνθρωποι «των βιβλίων» από την άλλη. Άνθρωποι για τους οποίους δεν υφίσταται, δήθεν, κανένα σταθερό και εύκρατο σημείο επαφής και ανταλλαγής.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο, μάλιστα, διαπίστωσα ότι οι ερμηνευτικές συγκλίσεις μεταξύ «θεωρητικών» και «πρακτικών» προσεγγίσεων θεωρούνταν, σχεδόν από όλους, ως «οι εξαιρέσεις στον κανόνα»… Διαπίστωσα, πόσο συχνά αυτές οι δυο κεντρικές διαστάσεις της οικονομικής – όσο και της ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας- η θεωρία και η πράξη, γίνονταν αντιληπτές στην καθημερινότητα, εντελώς άστοχα και παραπειστικά, ως «εξ’ ορισμού» αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες. Ως εκ φύσεως αντίπαλες και όχι ως εξ’ ανάγκης συνεξελισσόμενες. Με απλή διατύπωση αποκόμιζα, σχεδόν πάντα και ευθέως, την εντύπωση ότι οι περισσότεροι από τους συνομιλητές σαν να «είχαν εκπαιδευθεί, επί μακρόν» στο να θεωρούν «απολύτως αυτονόητη» τη διαφωνία μεταξύ θεωρίας και πράξης. Θεωρούσαν, μάλιστα, σχεδόν ουτοπική οποιαδήποτε αμοιβαίως επωφελή συμβίωση και συστηματική ανταλλαγή μεταξύ τους: «άλλο το ένα άλλο το άλλο, μην τα συγχέεις…».

Χωρίς αμφιβολία, βέβαια, καταλάβαινα ότι αυτό δεν ήταν ένα φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό. Είχα ήδη αντιληφθεί στο παρελθόν αρκετές «ασυμφωνίες» αυτού του τύπου ζώντας, μελετώντας, συζητώντας και δουλεύοντας και στο εξωτερικό. Όμως τότε στην Ελλάδα ήταν η πρώτη φορά που αυτή η διαπίστωση ερχόταν να αποτυπωθεί με τέτοια αμεσότητα και ένταση στο μυαλό μου. Και, βέβαια, έκτοτε δεν ήταν λίγες οι φορές που αντιμετώπισα ανθρώπους των επιχειρήσεων, που πίστευαν ακράδαντα ότι η οικονομική και διοικητική θεωρία είναι «εκ φύσεως φλυαρία, άσχετη με την πραγματικότητα και τα πιεστικά προβλήματα της»… Όπως, συνάντησα, άλλωστε, και τόσους πολλούς τελειόφοιτους σπουδαστές των οικονομικών και διοικητικών επιστήμων που είχαν βαθιά απογοητευτεί από την «θεωρία» και έψαχναν εναγωνίως για πιο «πρακτικές» γνώσεις… Και, ακόμα χειρότερα, είδα και τόσους πολλούς οικονομολόγους –και μεταξύ αυτών και αρκετούς ερευνητές- να συγκατανεύουν, χωρίς καμία ιδιαίτερη ενόχληση, στο ότι «άλλο, βέβαια, το τι γράφουν τα βιβλία και άλλο το τι γίνεται στην πράξη: αλλά τι να κάνουμε…».

Όλα αυτά με ενοχλούσαν ιδιαιτέρως, αν και, τότε, σπάνια εξέφραζα ρητά αυτήν την υφέρπουσα ενόχλησή μου. Δεν μπορούσα, όμως, –όπως και συνεχίζω να μη μπορώ- να συμφωνήσω με μια τέτοια διχοτόμηση, με μια τέτοια παραίτηση δηλαδή. Γνώριζα ήδη καλά ότι αυτό το «συναινετικό διαζύγιο» της θεωρίας από την πράξη δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τουλάχιστον όσον αφορά μία πραγματική επιστήμη: άρα αναπόφευκτα και την οικονομική επιστήμη που αποτελούσε το αντικείμενό μου. Γνώριζα ήδη ότι οι δυο αυτές διαστάσεις στο εσωτερικό κάθε έγκυρης επιστημονικής θεώρησης και ερμηνείας των φαινομένων, που αφορούν στις επιχειρήσεις και στην οικονομία γενικότερα, δε μπορούν να αποκτήσουν ουσιαστικό νόημα, παρά μονάχα μαζί. Μαζί και σε μια πορεία διαρκούς αναζήτησης της μεταξύ τους συνεκτικής και συνεχώς μετεξελισσόμενης συμφωνίας. Και αν μη τι άλλο είχα μάθει ένα πράγμα, περνώντας μέσα από κάποια γόνιμα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Γνώριζα ότι, τελικά, δε μπορεί να υπάρξει έγκυρη οικονομική επιστήμη εν τη απουσία των εμπειρικών δεδομένων της, δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη οικονομική θεωρία αποκομμένη από το πρακτικό, ιστορικό και εμπειρικά καταγεγραμμένο «υλικό» της. Και καθώς τα δεδομένα της οικονομικής πραγματικότητας αλλάζουν –και κάποιες φορές, μάλιστα, αλλάζουν ριζικά, στην βαθύτερη ποιότητα τους- η οικονομική θεωρία οφείλει να μετασχηματίζεται ακατάπαυστα προσπαθώντας να τα ερμηνεύσει ολοκληρωμένα.

Στην βάση αυτών των συλλογισμών μου υπήρχε και υπάρχει το εξής μεθοδολογικό θεμέλιο: στην ουσία, από την ίδια την εμπειρία προκύπτουν και σε αυτήν οφείλουν να ανταποκρίνονται σταθερά όλες οι κεντρικές αναλυτικές κατηγορίες κάθε επιστήμης. Και η θεωρία και οι επιστημονικές αρχές και οι έννοιες, που αυτή χρησιμοποιεί.⁴ Στο βάθος, λοιπόν, στη θεμελιακή σύστασή της κάθε πραγματική επιστήμη δεν μπορεί παρά να χτίζεται πάνω σε ένα συνεχές πήγαινε-έλα, πάνω σε έναν αδιάρρηκτο και αδιάκοπο κύκλο:

από τη συστηματική παρατήρηση των δεδομένων της εμπειρίας στη θεωρητική αφαίρεση και από τη θεωρητική κατασκευή στον εμπειρικό έλεγχό της,
από το ειδικό στο γενικό (ο δρόμος της επαγωγής -induction) και από το γενικό στο ειδικό (ο δρόμος της απαγωγής -deduction),
από την πράξη στη θεωρία και από τη θεωρία στην πράξη.

  1. Η Μικροοικονομική αφορά μια ειδική προσέγγιση των οικονομικών προβλημάτων, η οποία εξαντλείται στην ανάλυση της συμπεριφοράς/ δράσης των μονάδων που δρουν μέσα στην οικονομία (άτομο & επιχείρηση). Αναφέρεται στην μελέτη των παραγόντων που προσδιορίζουν τις σχετικές τιμές των αγαθών & συντελεστών παραγωγής, εστιάζοντας στις επιμέρους σχετικές αγορές. Εστιάζει, δηλαδή, στο «Δέντρο» και όχι στο «Δάσος»…
  2. Η Μακροοικονομική αφορά τον ειδικό εκείνο τρόπο προσέγγισης των οικονομικών φαινομένων στην συνολική, αθροιστική οικονομική διάσταση τους. Αναφέρεται στην μελέτη των παραγόντων που προσδιορίζουν τις συνολικές ροές και μεγέθη του εξεταζόμενου οικονομικού συστήματος, όπως το επίπεδο απασχόλησης & τον πληθωρισμό, το επίπεδο εισοδημάτων & την ανεργία, την συνολική κατανάλωση & τις επενδύσεις κλπ. Συνοπτικά, μακροοικονομία είναι η μελέτη της οικονομίας ως συνόλου, συμπεριλαμβανομένου των οικονομικών κύκλων, της ανάπτυξης, της ανεργίας και του πληθωρισμού. Με απλή διατύπωση, η μακροοικονομία εστιάζει στο «δάσος» και όχι στο «δέντρο» …
  3. Συγκεκριμένα, με τον όρο μεσοοικονομική προσέγγιση εννοώ τον ειδικό, και σχετικά πρόσφατα ανεπτυγμένο τομέα της οικονομικής θεωρίας, τρόπο προσέγγισης των οικονομικών φαινομένων στην ενδιάμεση (μεταξύ μάκρο και μίκρο), δυναμική & εξελικτική κοινωνικοοικονομική διάσταση τους. Η μεσοοικονομική αναφέρεται, ειδικότερα, στην μελέτη των παραγόντων που προσδιορίζουν τις δομικές διαστάσεις και μεγέθη του εξεταζόμενου οικονομικού συστήματος, όπως οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας, την συγκέντρωση τους καθώς και τις εξελισσόμενες μορφές ανταγωνισμού & καινοτομίας στο εσωτερικό τους. Εστιάζει, με απλή διατύπωση, στο πως περνούμε από το «Δάσος» στο «Δέντρο» και αντίστροφα …
  4. Θεωρία: Μια συστηματική ομαδοποίηση αλληλοσυνδεόμενων αρχών και εννοιών που παρέχει ένα πλαίσιο για την συστηματοποίηση της γνώσης.

Αρχές: Θεμελιώδεις αλήθειες ή διατυπώσεις, που κάποια δεδομένη στιγμή «θεωρούνται αληθινές», που εξηγούν τις σχέσεις μεταξύ δυο ή περισσοτέρων τάξεων εμπειρικά διαπιστούμενων μεταβλητών και, συνηθέστερα, κάποιων ανεξάρτητων μεταβλητών και κάποιων εξαρτημένων μεταβλητών. Αυτές μπορεί να είναι περιγραφικές, να εξηγούν δηλαδή τι θα συμβεί, ή προσδιοριστικές, να δείχνουν δηλαδή τι θα έπρεπε να κάνει το άτομο, οπότε και συνεπάγονται την κρίση με βάση κάποια κλίμακα αξιών.

Έννοιες: Διανοητικές εικόνες οποιουδήποτε θέματος/αντικειμένου οι οποίες σχηματίζονται από μια γενίκευση λεπτομερειών που παρέχει η εμπειρική διερεύνηση τους.

δρ Χάρης Βλάδος

* Απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή Δρ Χάρη Βλάδου «Η Δυναμική της Παγκοσμιοποίησης και οι Επιχειρήσεις στην Ελλάδα» Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ: σελ 41, Κεφ 1: Η κεντρική προβληματική: Η συνδυασμένη αναπαραγωγή της ομοιογένειας και της ετερογένειας μέσα στην παγκοσμιοποίηση και η δυναμική Stra.Tech.Man της επιχείρησης. 

** Σημειώνεται ότι σε αναρτήσεις μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν περιλαμβάνονται οι πλούσιες βιβλιογραφικές πηγές του συγγράμματος, τις οποίες επικαλείται ο συγγραφέας προς ισχυροποίηση και τεκμηρίωση των θέσεων του. 

Ένα επιστημονικό εγχειρίδιο στρατηγικής με θεωρία γεννημένη και συστηματικά ελεγχόμενη από την εμπειρία του συγκεκριμένου πεδίου. Ο συγγραφέας προτείνει σύγχρονες και επιστημονικά έγκυρες λύσεις σε προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, με βάση τη διεθνή εμπειρία και πρακτική. Ειδικότερα, εστιάζεται στην ιδιαιτερότητα της ελληνικής μικρομεσαίας επιχείρησης και στη χάραξη της στρατηγικής της, στις παρούσες συνθήκες της κρίσης.
Το βιβλίο αποτελεί μια συλλογή από άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες και εισηγήσεις του Χάρη Βλάδου, που πραγματοποιήθηκαν την πενταετία της κρίσης, 2009-2014. – μιας βαθιάς κρίσης μετασχηματισμού της οικονομίας και της κοινωνίας μας, άλλοτε εκκωφαντικής στις εκδιπλώσεις και τα αποτελέσματα της, άλλοτε υπόγειας, σιωπηλής και αδιόρατης που ακόμα δεν έχει ολοκληρώσει τον ανατρεπτικό κύκλο της…
Η δυναμική της παγκοσμιοποίησης δεν παύει να μεταμορφώνει εξελικτικά –και τις περισσότερες φορές υπογείως και αθόρυβα– το σύνολο του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού και στη σημερινή Ελλάδα, μετασχηματίζοντας δραστικά, τον ίδιο τον δομικό κινητήρα της ανάπτυξής του: τις επιχειρήσεις που λειτουργούν και αναπτύσσονται στην Ελλάδα.