1985. Είμαι πρωτοετής φοιτητής στη Νομική του ΑΠΘ. Καθώς κάθε μέρα που περνά ξενερώνω και περισσότερο για την επιλογή μου, σταματάω να παρακολουθώ τα μαθήματα (με εξαίρεση το Συνταγματικό βέβαια) και περνάω τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζοντας για ιστορία και κινηματογράφο.

Περνώ τη γαλλική περίοδο τότε. Τα γαλλικά μου είναι καλούτσικα και έτσι διαβάζω γαλλικά βιβλία και περιοδικά για το σινεμά που αγοράζω από το βιβλιοπωλείο του Μόλχο ξοδεύοντας ό,τι μάζευα από τη δουλειά μου και τα χαρτζιλίκια που έπαιρνα [η συλλογή αυτή βιβλίων και περιοδικών υπάρχει ακόμα και κάποια στιγμή θα τη δωρίσω κάπου].

Ένα απογευματάκι που έχει καλό καιρό, κάθομαι στο γρασίδι μαζί με 3 συμφοιτήτριες και συμφοιτητές μου. Η μία είναι σήμερα συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο, ο ένας μεγαλοδικηγόρος και η άλλη δικαστής. Ξεκινά συζήτηση για βιβλία και ετοιμάζομαι να τους εντυπωσιάσω (θυμίζω ότι είμαστε 4 φοιτητές Νομικής, ο ένας κόμπλαρε το άλλον). Αλλά το πρώτο θέμα είναι το «Όνομα του Ρόδου». Δεν έχω ιδέα για τι μιλάνε και δεν ξέρω καν ποιος είναι ο Έκο. Έτσι εγώ που περνούσα ένα κανονικό οκτάωρο στο Κατώι του Μπαρμπουνάκη κάθε εβδομάδα, ήμουν ο μόνος που δεν το είχε διαβάσει. Ντροπή…

Το αγόρασα αμέσως βέβαια, το διάβασα και μου άρεσε όσο και σ’ εσάς. Η ιδέα του χαμένου/κρυμμένου/απαγορευμένου βιβλίου του Αριστοτέλη ήταν πολύ καλή και η πλοκή εξαιρετική. Ο Έκο λοιπόν ήταν ένας καλός συγγραφέας. Αλλά δεν έπρεπε να εντυπωσιάστηκα και τόσο γιατί έκανα το ανήκουστο. Αφού το διάβασα το δάνεισα. Και βέβαια δεν το ξαναπήρα ποτέ πίσω.

Μέσα δεκαετίας 2000. Ταξιδεύω στη Γερμανία για να διδάξω ένα σούπερ εντατικό μάθημα μέσα σε ένα ΠαρασκευοΣαββατοΚύριακο (22 ώρες σύνολο!). Επειδή το ταξίδι συμπεριλάμβανε τέσσερεις πτήσεις και δύο τραίνα σκέφτηκα να πάρω μαζί μου ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Και έκανα τη χειρότερη επιλογή. Αγόρασα το «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα». Είμαι βέβαιος ότι θα μισήσετε αυτό το σχετικά άγνωστο μυθιστόρημα του Έκο. Εμένα όμως είναι το αγαπημένο μου, όσο επώδυνο κι αν ήταν από πολλές απόψεις. Δεν σηκώνει περιγραφή, θα πω μόνο ότι είναι αυτοβιογραφικό και διαδραματίζεται εν μέρει στη διάρκεια του «εμφυλίου» της Ιταλίας αμέσως μετά την απόβαση των συμμάχων. Μου φαίνονταν απίστευτα δύο πράγματα. Πόσο κοινές εμπειρίες είχαμε με τον Έκο στη σχέση μας με τα παιδικά κόμικς και γενικότερα με την popular culture. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ορισμένα κόμικς της παιδικής μου ηλικίας (τριάντα χρόνια μετά τον Έκο) ήταν τα ίδια. Ή από ένα σημείο και πέρα μου φαίνονταν ίδια; Το δεύτερο που διαπίστωσα ήταν κάτι ανακουφιστικό: ο Έκο ήταν συλλέκτης και ταυτόχρονα μονομανής hoarder όπως κι εγώ. Όταν έβγαλε πρόσφατα και το βιβλίο για τις λίστες κατάλαβα πόσο σοβαρή ήταν η περίπτωσή του μπροστά στην επιπόλαια δική μου. Δεν περνάει μέρα που να μην θυμηθώ αυτό το βιβλίο, φράσεις, στίχους, εικόνες, περιστατικά. Είναι από τα ελάχιστα μυθιστορήματα για τα οποία θυμάμαι με ακρίβεια τι αισθανόμουν όταν τα διάβαζα, από τις εμμονές μέχρι τα déjà vu.

Αρχές δεκαετίας 2010. Μόλυβος. Διακοπές με τη Γιούλη σε ένα ξενοδοχείο που τώρα δέχεται καθημερινά πρόσφυγες από τη Συρία. Η Γιούλη με έχει φάει να διαβάσω το «Εκκρεμές του Φουκώ». Αν και ήθελα να το διαβάσω όταν πρωτοβγήκε δεν είχα βρει την ευκαιρία γιατί περνούσα τότε τη νεοελληνική μου περίοδο στη λογοτεχνία. Το παίρνω μαζί στη θάλασσα και τρόμαξα να το τελειώσω. Δεν μου άρεσε καθόλου. Μη με ρωτάτε. Όλα τα συστατικά είναι εκεί. Αλλά δεν…

1-2 χρόνια αργότερα, πάλι καλοκαίρι, αποφασίζουμε με τη Γιούλη να διαβάσουμε ταυτόχρονα το «Το κοιμητήριο της Πράγας». Το απόλαυσα για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως γιατί ήταν ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα για μια περίοδο της Ιταλικής ιστορίας που δεν γνωρίζω καλά και επιπλέον γιατί έχει να κάνει με τις θεωρίες συνωμοσίες, όσους τις κατασκευάζουν και τους ηλίθιους που τις πιστεύουν. Αυτή τη φορά δεν δάνεισα αλλά χάρισα το δικό μου αντίτυπο στον γιο μου. Ενθουσιάστηκε κι αυτός όσο κι εγώ.

Έχω διαβάσει αρκετά κείμενα του Έκο για πάρα πολλά θέματα. Κανένα δεν μου φάνηκε μέτριο ή κακό. Ακόμα και τα δημοσιογραφικά κείμενά του ήταν πάντα εξαιρετικά ή πολύ καλά. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν πρόχειρος. Είχε ταυτόχρονα βάθος και εύρος που σπάνια συναντάς.
[Για τη σημειωτική δεν θα γράψω κάτι, την αφήνω σε όσους έχουν χάσει πολλά επεισόδια].

Την άνοιξη, σε κάποιο ταξίδι, θα φροντίσω να διαβάσω το «Φύλλο Μηδέν» και ίσως, το καλοκαίρι, αν έχω χρόνο, το «Μπαουντολίνο» και Το «Νησί της προηγούμενης ημέρας». Είναι μεγάλα βιβλία αλλά ευτυχώς όλα του Έκο καλομεταφρασμένα από την Έφη Καλλιφατίδη.

Σαν μνημόσυνο στον Έκο δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω παρά μόνο αυτό (απευθύνομαι στις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου κυρίως αλλά όχι μόνο):

Διαβάζετε όσο μπορείτε. Μην χάσετε την ευκαιρία να συναντήσετε ανθρώπους σαν τον Έκο.


Αριστείδης Χατζής