Το θέμα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, με αναφορά στην αντίστοιχη που είχε σημειωθεί το 2012, επαναφέρει ο Matthew C. Klein με άρθρο του σήμερα στους FT με χαρακτηριστικό τίτλο What if Greece got massive debt relief but no one admitted it?.

Το άρθρο αυτό αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς άρθρων που θα ακολουθήσουν (πέντε δημοσιεύματα θα ακολουθήσουν)- υποστηρίζοντας ότι η ελάφρυνση που είχε σημειωθεί τότε δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, με την Ελλάδα να μην έχει σημειώσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από τις αρχές του 2013, με τις αλλαγές που σημειώθηκαν επί του χρέους να μην έχουν πείσει ακόμα τους επενδυτές.

Συγκρίνοντας την περίπτωση της Γαλλίας και της Πορτογαλίας με την ελληνική, ο αρθρογράφος αναλύει τους λόγους που η Ελλάδα δε μπορεί παρά να στηριχτεί στη χρηματοδότηση απο τους διεθνείς δανειστές της (official sector funding), με επίκεντρο τη διαμάχη μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ σχετικά με τη συμμετοχή του πρώτου στο ελληνικό πρόγραμμα βοήθειας, αλλά και τις πρόσφατες ανακοινώσεις της ΕΚΤ σχετικά με τα ελληνικά ομόλογα.

Και επισημαίνει ότι εάν αναλύσει κανείς τις προβλέψεις του ΔΝΤ, “ότι το επιτόκιο των δανειακών υποχρεώσεων της Ελλάδας είναι μόνο 2%, το ίδιο με της Γαλλίας και πολύ μικρότερο του 3% που αποπλήρωσε η ιταλική και πορτογαλική κυβέρνηση, εάν λοιπόν αυτό το επιτόκιο μπορεί να διατηρηθεί, τότε το χρέος της Ελλάδας μπορεί να σταθεροποιηθεί στα τωρινά επίπεδα με το έλλειμμα να κυμαίνεται στο -1% του ΑΕΠ και τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, σε ονομαστική αξία του ΑΕΠ, στο 3%. Έτσι θα μπορούσε να αυξηθούν και κατά κάποιο τρόπο οι δημόσιες δαπάνες για την αναθέρμανση της οικονομίας.

Ωστόσο η ευρωζώνη δε συμμερίζεται τις ίδιες απόψεις, υποστηρίζοντας σθεναρά οτι η ελληνική ύφεση οφείλεται στην «απροθυμία» της κυβέρνησης της χώρας να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Συνεπώς, κανένας επενδυτής δε θα επιθυμεί να «εναποθέσει» τα χρήματα του στην Ελλάδα, μέχρι το ΔΝΤ και το Eurogroup να βρουν μια «κοινή συνισταμένη» για το ποσοστό του 180% του χρέους.


Βύρων Καρύδης