Διαρθρωτικές αλλαγές και δημοσιονομική πειθαρχία είναι ο μονός δρόμος
για την επιβίωση και ευημερία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση …


Παραβιάζοντας τους ορούς του Τρίτου Προγράμματος (μνημονίου),
η κυβέρνηση μοίρασε ένα «χριστουγεννιάτικο δώρο» στους συνταξιούχους.
Αυτό έγινε με επιπλέον δανεισμό από την ΕΕ αφού ο προϋπολογισμός του δημοσίου
δεν είναι ισοσκελισμένος και η Ελλάδα δεν μπορεί να δανειστεί από τις χρηματαγορές.

Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης έκανε τους υπουργούς οικονομικών της Ευρωζώνης
να «παγώσουν» τις διαδικασίες για αναδιάρθρωση του χρέους.

Η Ελλάδα ξαναφτάνει στον γκρεμό.
Αυτή είναι η σημερινή οικονομική τραγωδία της Ελλάδας.

Αντίθετα με τις συνήθως τρίπρακτες αττικές τραγωδίες χωρίς φόνους επί σκηνής,
η σημερινή Ελληνική τραγωδία έχει πολλές πράξεις και συχνά τα φρικτά γίνονται επί σκηνής.

Οι πρωταγωνιστές παίζουν αλλοπρόσαλλους ρόλους.
Η Ελληνική κυβέρνηση επανειλημμένα απειλεί με αυτοκτονία (εκλογές).
Το ΔΝΤ προσπαθεί να επιβάλλει τους ίδιους κανόνες ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης της κάθε χώρας.
Οι γραφειοκράτες της Ε.Ε. παρουσιάζουν μια υπεραισιόδοξη εικόνα της Ελληνικής οικονομίας
και ο κ. Σόιμπλε διαβάζει τους ίδιους κανόνες λιτότητας, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της οικονομίας.

Χειρότερο από όλα είναι ότι δεν υπάρχει διάλογος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές.
Ο καθένας τους μονολογεί προς το δικό του ακροατήριο χωρίς να δίνει και πολύ σημασία στους άλλους.
Πως ξαναφτάσαμε εκεί, υπάρχει ελπίδα, και, πιο σημαντικό, πως τελειώνει η παράσταση;

Μετά από δυο μεγάλα προγράμματα δανεισμού από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ το 2010 και 2012,
και μέτρα από κούρεμα €100 δισ. στα Ελληνικά ομόλογα,
η Ελλάδα βρέθηκε κοντά στην έξοδο από την κρίση το 2014.
Αντέστρεψε το 15% και πλέον έλλειμμα του δημοσίου,
κατάφερε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα (πριν πληρωμές τόκων)
και έφτασε στην ανάπτυξη μετρά από 4 χρόνια ύφεσης.

Δυο χρόνια μετά το βαθύ κούρεμα των ομολόγων, πέτυχε να εκδώσει νέα ομόλογα.
Όμως η δημοσιονομική προσαρμογή δεν έγινε με μείωση των δαπανών του Δημοσίου
αλλά με την επιβολή μεγάλων φορών που έφεραν πολυετή ύφεση.

Έχοντας χάσει το 25% του εισοδήματος τους, με την ανεργία στο 25%,
δυσαρεστημένοι πολίτες εξέλεξαν ένα πολύ μικρό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς στην αρχή του 2015.

Αρχίζοντας με μια προκλητική στάση στο πρώτο εξάμηνο του 2015 που οδήγησε σε κλειστές τράπεζες,
capital controls, αναστροφή της ανάπτυξης, τεράστια αβεβαιότητα, και αποκλεισμό από τις χρηματαγορές,
η παρούσα κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστερά υπέγραψε μια συμφωνία με πολύ βαρείς όρους.

Η συμφωνία (τρίτο μνημόνιο) έδωσε στην Ελλάδα νέο δάνειο €87 δισ.
αλλά απαιτεί 3.5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα για αριθμό ετών (μέσω επιπλέον λιτότητας).
Αυτός ο στόχος ήταν και είναι προφανώς μη πραγματοποιήσιμος και
η Τράπεζα της Ελλάδος πρότεινε πρωτογενές πλεόνασμα 1.5-2% του ΑΕΠ.
Το ΔΝΤ συμφώνησε με αυτό τον στόχο και ζήτησε από την Ε.Ε.
να αναδιαρθρώσει το χρέος της Ελλάδας προς την Ε.Ε. έτσι ώστε να μπορεί να επιτευχθεί ο μικρότερος στόχος. Συγχρόνως, το ΔΝΤ ζήτησε διαρθρωτικές αλλαγές που θα κάνουν την Ελληνική οικονομία ανταγωνιστική.
Όμως η Ε.Ε. επέμενε στον υπογραμμένο από τον κ. Τσίπρα στόχο του 3.5% και παρουσίασε
μια υπεραισιόδοξη εικόνα της Ελληνικής οικονομίας έτσι ώστε ο στόχος του 3.5% να εμφανίζεται εφικτός.
Αντίθετα με το ΔΝΤ, η Ε.Ε. δεν πιέζει ιδιαίτερα την Ελλάδα να κάνει μεταρρυθμίσεις.

Η επιλογή της Ελλάδας έπρεπε να είναι προφανής.

Να υποστηρίξει την θέση του ΔΝΤ, να έχει λιγότερη λιτότητα και
να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα κάνουν την Ελλάδα πιο ανταγωνιστική,
θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη της οικονομίας, θα βγάλουν την Ελλάδα από την κρίση
και θα δώσουν την δυνατότητα στην Ελλάδα να αποπληρώσει το χρέος σε βάθος χρόνου.

Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση προτίμησε την θέση της Ε.Ε.,
δέχτηκε πιο βαρεία λιτότητα και μικρότερη αναδιάρθρωση του χρέους!
Γιατί;

Γιατί η κυβέρνηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να μην αναμορφώσει και να μην μειώσει το μέγεθος του κράτους
γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν κύριοι υποστηρικτές της. Επιδεινώνοντας την λανθασμένη επιλογή της,
η κυβέρνηση παραβίασε την δημοσιονομική συμφωνία και οπισθοδρόμησε
στην προκλητική τακτική του πρώτου εξαμήνου του 2015.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ελπίδα.

Η λύση στην οικονομική κρίση είναι προφανής και ήταν προφανής από καιρό.
Χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μείωση των κρατικών δαπανών,
μείωση των φόρων, απλούστευση της διαδικασίας επενδύσεων,
άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό, και να γίνουν επιτέλους οι αποκρατικοποιήσεις.

Η παρούσα κυβέρνηση έχει αποτύχει σε όλες τις παραπάνω δράσεις που θα μας έβγαζαν από την κρίση.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, είμαστε πια κοντά στην ομοφωνία υπερ των μεταρρυθμίσεων.
Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης εκτός από το ΚΚΕ και την Χρυσή Αυγή έχουν θέσεις υπερ των μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, ένας μεταρρυθμιστής πολίτικος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εκλέχτηκε αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας
που είναι πρώτη στις δημοσκοπήσεις με μεγάλη διαφορά.

Ο κ. Μητσοτάκης έχει προτείνει μια σαφώς μεταρρυθμιστική οικονομική πολιτική.

Δυο επιπλέον παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα να πέτυχουν οι μεταρρυθμίσεις τώρα.
Πρώτον, το ΔΝΤ υποστηρίζει τις μεταρρυθμίσεις και είναι διατεθειμένο να πολεμήσει με τους Ευρωπαίους
για βαθιά αναδιάρθρωση του χρέους, λιγότερη λιτότητα και πιο πολλές μεταρρυθμίσεις.
Το ΔΝΤ απειλεί με μη συμμετοχή στο δανειοδοτικό πρόγραμμα (τρίτο μνημόνιο)
αν δεν γίνει βαθιά αναδιάρθρωση του χρέους.
Δεύτερο, πολλοί Έλληνες, έχοντας δοκιμάσει όλα τα αλλά,
τώρα βλέπουν ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι ο μονός δρόμος που θα βγάλει την Ελλάδα από την κρίση.

Μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία είναι ο μονός δρόμος για
την επιβίωση και ευημερία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο μονός άλλος εναλλακτικός δρόμος, Grexit, θα βυθίσει την Ελλάδα στην φτώχια,
τον υπερπληθωρισμό, και την δυστυχία δημιουργώντας μια κρίση τύπου Βενεζουέλας στην Ευρώπη.