Ένας απαισιόδοξος κόσμος, αλλά όχι γι’ αυτό μελαγχολικός: σμίγει τις άγριες ιαχές του θριάμβου όταν κερδίζεται το ‘κύδος’ κι η ‘τιμή’, τα αδυσώπητα ‘μή μοι κύνα γούνα γουνάζεο’, με τα δάκρυα: ‘δεύοντο ψάμμαθοι, δεύοντο τεύχεα ανδρών, άμφι νέκυν ελεεινόν’: ‘βρεχόντουσαν από τα δάκρυα οι άμμοι, βρεχόντουσαν τα όπλα των ανδρών, γύρω απ’ το αξιολύπητο κουφάρι του νεκρού’…

Ξεγελώντας τον θάνατο με την δόξα, ζητώντας στην υστεροφημία του ‘μέγα τι ρέξας και εσσομένοισι πυθέσθαι’ ό,τι από υπέρβαση του θανάτου μπορεί ο οϊζυρός θνητός να αγγίξει κι από αθανασία: ναι, ένας ηρωϊκός, σκοτεινός κόσμος, όπου όμως από την απαισιοδοξία δεν πηγάζει απελπισία, αλλά δόξα.

Κι ένας κόσμος βαθέος ανθρωπισμού και μεγαλοφροσύνης που δεν βουλιάζει στον ρηχό συναισθηματισμό, αλλά εξυψώνει τον αναγνώστη / ακροατή με το ύψος και την ευγένεια του αισθήματος, πάντα στο φόντο του άφευκτου τανυλεγέως θανάτου που διαποτίζει με τραγικότητα ένα ηρωϊκό κόσμο οι θαυμαστοί ήρωες του οποίου με το πείσμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αγωνίζονται να αποσπάσουν μια ώρα δόξας από τα δόντια της άτεγκτης μοίρας: Μοίρας που ‘κιχάνει στυγερή’ τον ήρωα στην στιγμή εκείνη, την τόσο ανθρώπινη της ‘τραγικής αναγνώρισης’, του ‘ώ, πόποι, ή μάλα δε γε θεοί θανατόνδε με κάλεσαν’.


Τίτος Χριστοδούλου