Μια απόπειρα απελπιστικά ειρωνική

Ειρωνεία: Διάλεξη
Ορισμός της ειρωνείας:
ειρωνεία του λόγου, ειρωνεία του κόσμου:
από τον άνθρωπο για τον κόσμο, στον κόσμο προς τον άνθρωπο.

Μπορεί ποτέ να προταθεί ένας ορισμός της ειρωνείας που να μην είναι ειρωνικός; Είναι δυνατόν, δηλαδή, η ειρωνεία να ορισθεί σαφώς και χωρίς αμφισημία, ως να έχει ένα μονοσήμαντο νόημα, ή, τελικά, μια τέτοια απόπειρα είναι απελπιστικά ειρωνική;

Όπως η απόπειρα να δοθεί μια σοβαρή θεωρία του ‘αστείου’, μια ανατομία του βατράχου που να εξηγεί το είναι του ως ζωή του; Σαν λεκτική απόπειρα, ένας τέτοιος ορισμός εστιάζεται στην ειρωνεία ως γλωσσική συμπεριφορά κι ιδίωμα, απηχώντας τον ορισμό του Κικέρωνα, για τον οποίο ο ειρωνεία είναι ένα ρητορικό τέχνασμα ή ‘τόπος’: ‘aliud dicere ac sentias’, το να λες ένα πράγμα εννοώντας άλλο.



Αφήνοντας για την ώρα την προφανή, στον ορισμό αυτό παραπομπή στην ‘ειρωνική’ ως εκ τούτου γλώσσα των πολιτικών (‘θα τιμωρηθούν οι ένοχοι της οικονομικής Κρίσης’, ‘θα υπάρξει προστασία των ευάλωτων από τις εκποιήσεις’, ‘όλοι είναι ίσοι έναντι του νόμου’, κι άλλα τέτοια φαιδρά) πόσο αρκεί ο ορισμός να αποδώσει το ευρύ φάσμα των χρήσεων του όρου και της… κατάχρησης του λόγου που συνιστά την ειρωνεία; Ο Κικερώνειος ρητορικός ορισμός πράγματι συλλαμβάνει μια συγκεκριμένη χρήση της ειρωνείας, είναι ένας ορισμός όμως που και αυτού ρήτορες και ρητορολόγοι, φιλόλογοι και κριτικοί της λογοτεχνίας έχουν σκιαγραφήσει έναν πλούσιο καμβά από παραλλαγές και παραλογές του… παραλόγου, όλες εστιασμένες στο αυτό θέμα της σκοπούμενης διπλοσημίας του λέγειν και του εννοείν, ‘verbum’ και ‘intentio’.

Πρόκειται για ένα νόημα, και χρήση, με τα εύσημα μιας μακράς παράδοσης. Κι ωστόσο, φαίνονται να υπάρχουν τόσα άλλα σχήματα λόγου όπου ο λόγος και το νόημα δεν ταυτίζονται: αλληγορία, παρομοίωση, μεταφορά, απολογία που τεντώνουν στα άκρα την επάρκεια του ‘ρητορικού’ ορισμού. Ένας μονοσήμαντος ορισμός που σαν τέτοιος αποτυγχάνει να συλλάβει τόσες άλλες παραλλαγές της ειρωνείας: ναι, ρητορική ειρωνεία, όπως πιο πάνω, μα επίσης και ειρωνεία των καταστάσεων, δραματική ειρωνεία, τραγική ειρωνεία, κοσμική ειρωνεία, ειρωνεία της μοίρας, ειρωνεία του χαρακτήρα, αυτοειρωνεία, ειρωνεία του τρόπου, και τόσες άλλες. Προστίθεται σε αυτές η πολιτική ειρωνεία… Ή, τις περιλαμβάνει όλες;

Όπου υφίστανται τόσες παραλλαγές ενός όρου, θέματος ή εννοίας, είναι αναπόφευκτο ότι το γεγονός καλεί για μια ‘διαβασμένη’ και κυρωτική ταξινόμηση, μια λεπτολόγο διάκριση ανάμεσα στα ορίζοντα ή διαφορίζοντα χαρακτηριστικά και τις υποδιαιρέσεις που αυτά συνιστούν. Καλημέρα ‘ειρωνολογία’, κι οι εξπέρ ειρωνολόγοι, όπως ο D.C. Muecke που ορίζει την ειρωνεία σε αναφορά προς τρία είδη, επιπλέον βαθμούς συν ‘κόμβους’ (‘nodes’) που υποδιαιρούν τα είδη αυτά, προχωρεί σε είκοσι ‘μορφές’ και φτάνοντας πια σε μια ειρωνεία της σαφήνειας στους σαφείς ορσμούς της ειρωνείας, διασπά τις μορφές αυτές σε άλλους επτά τύπους. Περίπου σαν… ‘fractals’ της ειρωνείας, ένα ειρωνικό χάος τυπολογικής σαφήνειας. Μέχρι κι ο ίδιος ο Muecke συνέρχεται (ή το …αντίθετο) από τον κυκεώνα αυτό, για να συνοψίσει τελικά αφορισματικά την ειρωνεία ως ‘ένα οιονεί μυθολογικό θηρίο με διπλή φύση’. Και… πόσα κεφάλια;

Απορηματικά, ή ευριστικά αφορμάται στις απόπειρες ορισμού του, ο ειρωνολόγος Muecke. Κι η απορία της εκκίνησης αφορά το γεγονός ότι ειρωνεία απαντούμε μόνο στις αναπαραστατικές τέχνες. Στην λογοτεχνία, παρατηρεί ο Muecke, έχουμε το πιο ευρύ πεδίο για ειρωνεία: όλες οι τέχνες, στο μέτρο της παραστατικότητάς τους μπορούν να παρωδήσουν τον τρόπο και τα σύμβολα, το στυλ κάποιου άλλου καλλιτέχνη. Η λογοτεχνία, όμως, χρησιμοποιώντας την γλώσσα μπορεί καλύτερα να εκφράσει τί σκέπτονται ή λένε οι άλλοι άνθρωποι, και συνεπώς να υποδείξει, άμεσα ή έμμεσα, την διαφορά ανάμεσα σε αυτά που πιστεύουν και στην πραγματικότητα. Η ειρωνεία κινείται στο πεδίο αυτό της διαφοράς, της απόστασης, αμφισημίας ή πολυσημίας. Τέχνες όπως οι γραφικές, επιτείνοντας την προσοχή σε μια προβαλλόμενη πραγματικότητα, επιφάνεια ή γραμμές ή ήχο, επιβάλλουν την μονοσήμαντη αυτή πραγματικότητα στην προσοχή, κι αμβλύνουν ή εξαφανίζουν την διαφορά ανάμεσα σε σύμβολο και αλήθεια. Όταν εκμηδενίζεται ή αφανίζεται από την προσοχή η απόσταση κι η διαφορά, εκλείπει κι η ειρωνεία. Η ειρωνική λογοτεχνία πρέπει να έχει και επιφάνεια, αλλά και βάθος, αδιαφάνεια αλλά διαφάνεια, να εκκαλούν την προσοχή στο επίπεδο της μορφής, αλλά κατευθύνοντάς την παράλληλα στο περιεχόμενο. “Το ειρωνικό ποίημα πρέπει να σημαίνει και να είναι”, σημειώνει ο ειρωνολόγος, για να υποδείξει αμέσως ότι τα στοιχεία της ‘σημασίας’ και του ‘είναι’ πρέπει να βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους: δεν υπάρχει ειρωνεία στην αντιπολεμική ποίηση του Wilfred Owen, το βάθος του πόνου απορροφώντας μας τόσο που επιφάνεια, η μορφή εξαφανίζεται φέρνοντάς μας σε άμεση επαφή με το περιεχόμενο: με τα λόγια του Wilfred Owen, όπου ‘η ποίηση βρίσκεται στο έλεος’.

Η διαφάνειά της μορφής παραχωρεί την θέση της στο συναρπαστικό περιεχόμενο, όπως η ποίηση των ρομαντικών. Ή, η τραγική αλλά, αντίθετα από τον είρωνα Ευριπίδη, ποτέ ειρωνική ποίηση του Αισχύλου. Συγκρίνετε, στην Ορέστεια, την ωμότητα της πραγματικότητας του κύκλου του αίματος να ξεχύνεται από το Παλάτι του Οίκου των Ατρειδών, υποδεχόμενο τον Αγαμέμνονα ως προϋπάντηση από το ίδιο του το αίμα. Κι οι ακόμα πιο αιματόβρεκτες Βάκχες του Ευριπίδη, διαπλεόμενες από ειρωνεία: όπως όταν ο κατήγορος της θηλυπρέπειας του Διόνυσου Πενθέας, διώκτης του ξένου θεού ποδηγετείται σαν πειθήνιο θήραμά του ώ στε να υποδυθεί την γυναίκα για να τις εκδιώξει από τον Κιθαιρώνα, σαν θηρία, όπως σαν κυνηγός πρέπει να κάνει η εξουσία του νόμου, εικόνα που προγράφει την δική του άγρα και διαμελισμό, σαν θηρίο, από την μητέρα του Αγαύη. Ο A. R. Thompson, στο ‘Η Δηκτική Κοροϊδία’ του (Berkeley 1948) φτάνει να διατείνεται ότι από τους τραγικούς ποιητές μόνον ο Ευριπίδης κι ο Ibsen ήσαν ειρωνικοί, έχοντας ‘μια βασικά ειρωνική αντίληψη του κόσμου’ (ibid. σελ. 15).

Ειρωνεία του λόγου ή ρητορική ειρωνεία, στον ορισμό του Κικέρωνα και του Κοϊντιλιανού, αλλά και ειρωνεία των καταστάσεων, όπως, σε ένα απλοϊκό παράδειγμα, ο πορτοφολάς που του ξαφρίζουν το πορτοφόλι καθώς είναι απορροφημένος να ξαφρίζει ένα θύμα του. Η επιτομή της τραγικής ειρωνείας στον Οιδίποδα Τύραννο, μια τραγωδία της κρυμμένης ταυτότήτας, σε πολλαπλά επίπεδα, αφού η φυγή από αυτό που ο ήρως νομίζει πως είναι διευκολύνει, με δικές του ενέργειες, την στυγερή παγίδευση από την Μοίρα στις καταστροφές που η ταυτότητά του κρύβει. Το γεγονός ότι η ζωή κινείται ανέκκλητα σε μια καταστροφή σε κοσμική κλίμακα, η ειρωνεία του Ψυχρού Πολέμου, όταν αγωνιζόμενοι για την απελευθέρωση του άλλου μισού κόσμου ο μισός κόσμος απειλούσε με πυρηνικά όπλα τον άλλο μισό, συμφωνώντας να τον καταστρέψουν ολόκληρο, η αγωνιστική εξυπηρέτηση της δουλείας τους από τους επαναστάτες ελευθέρους στην Φάρμα των Ζώων, ο Billy Budd του Hermann Melville όπου οι καταστάσεις οδηγούν τον πλοίαρχο να κρεμάσει έναν άνθρωπο που γνωρίζει ότι είναι αθώος. Ετερόκλητα παραδείγματα της ειρωνείας, με κοινό στοιχείο την διάσταση ανάμεσα στην πίστη ή αντίληψη για την πραγματικότητα όταν αυτή, συχνά καταστροφικά, είναι άλλη, ή, στο λεκτικό επίπεδο, όταν λεγεται κάτι, το νόημα όμως είναι κάτι διαφορετικό.

Και το ερώτημα: πόσον συστατική της ειρωνείας είναι η άγνοια του ‘θύματός’ της, και πόσον είναι απαραίτητη προϋπόθεσή της το ‘τρίτο μάτι’, ο αποστασιοποιημένος θεατής ή γνώστης των όρων της ειρωνείας;

Β. Σωκρατική Ειρωνεία

Τέρας πολυκέφαλον, λοιπόν, η ειρωνεία. Ένα, πάντως, με πλακουτσωτή, ‘σιμή’, μύτη ξεχωρίζει. Τα πράγματα παίζουν με την σαφήνεια του ιστορικού γεγονότος όταν αναγνωρίσουμε (πώς αλλέως;) τον Σωκράτη ως τον αρχαίο μαιτρ και φιλοσοφική πηγή της ειρωνείας, παρά το γλυστερό κι εδώ της εννοίας, ακόμα και στην χρήση της από τον επινοητή των ορισμών φιλόσοφο. Ή, εξαιτίας της, ακριβώς. Η αρχή και σύσταση παραμένει, ωστόσο, όπως αυτή εκφράστηκε από τον Kierkergaard, που αφιέρωσε μια διατριβή στην Σωκρατική ειρωνεία, ότι ορισμοί του φαινομένου της ειρωνείας δεν πρέπει να αποτολμώνται χωρίς “αναφορά στον Σωκράτη”. Πράγματι, αν το ερώτημα πώς να μελετηθεί η ειρωνεία γίνεται μια μεταειρωνική θολούρα το ίδιο, για να ξεκαθαρίσουν τουλάχιστον την αφετηρία του δρόμου τους οι μελετητές στρέφουν τους φανούς τους στην ρητορική ιστορία κι ετυμολογία του όρου. Κι είναι ηλίου φαεινοτέρα των φανών των η υποδειγματική χρήση της ειρωνείας από τον Σωκράτη στην Απολογία του, ή η απόδοσή της στο αριστουργηματικό σχετικό έργο του Πλάτωνος.

Αυτο-υποβιβασμός, στα όρια της αυτο-εκμηδένισης, είναι ο τόνος που χαρακτηρίζει την εμβληματικώς ειρωνική στάση του Σωκράτη σε όλη την Απολογία του, ενώπιον των τριών δικαστών που τον εγκαλούν στα Αθηναϊκά δικαστήρια. Τα ονόματα των αποφασισμένων κατηγόρων του δείχνουν να είνα τα ίδια ένα ειρωνικό παιγνίδι, καθώς ο Μέλητος παραπέμπει σε ρίζα από το ‘μελέω’ , ‘μέλημα’, ‘φροντίζω’. Υποδεικνύει ειρωνικά, δηλαδή, την αρετή του προσώπου που επιμελείται της σύνταξης και προώθησης του επίσημου κατηγορητηρίου, καθώς επίσης εκείνον που αναλαμβάνει προσωπικά την μέριμνα, την προστασία ενός αγαπημένου υποκειμένου από κάποια απειλή, κάποια σπίλωση και διαφθορά. Στην περίπτωση από τον Σωκράτη που, σε ειρωνική απάντηση στην συρροή των ειρωνιών των ονομάτων που τον έσυραν στα δικαστήρια, αποκαλεί τον Άνυτο ‘φιλόπολιν’. Με την σειρά του ο Άνυτος έλκει την ρίζα του ονόματός του από το ‘ανύω’, εισηγούμενο εκείνον που είναι έτοιμος να διανύσει όλον τον δρόμο, να φέρει το αναληφθέν έργο στην εκπλήρωσή του, δηλαδή, εν προκειμένω, να απαλλάξει την πόλη από την φθοροποιό επιρροή του επικίνδυνου Σωκράτη. Πιο απειλητικό ακούγεται το όνομα του τρίτου, αν και υποδεέστερου κατηγόρου, του Λύκωνος, από το ‘λυκόω’, ξερριζώνω, αρπάζω και ξεσκίζω με τα δόντια μου, σαν λύκος. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Σωκράτης είναι ότι έχει εισάγει νέους θεούς στην πόλη, όπως κι ότι ασκεί φθοροποιό επιρροή στους νέους, διαφθείροντάς τους. Κατηγορίες που επισύρουν την ποινή του θανάτου.

Οι τρεις κατήγοροι επικεντρώνονται στο να εκθειάσουν την σαγηνευτική χρήση του ελκυστικού του λόγου από τον Σωκράτη, στην πραγματικότητα, κι ίσως άθελά τους, φέρνοντας στο προσκήνιο την ανακολουθία ή παραφωνία ανάμεσα στην φερόμενη ως στολισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Σωκράτης για να παρασύρει τους ακροατές του στις διαφθείρουσες διδασκαλίες του, από την μια μερηά, και την αποκρουστική του όψη από την άλλη, ενώ η μειωτική περιγραφή του Σωκράτη από τους κατηγόρους του δεν παραλείπει να υποδείξει το γεγονός ότι η κατά τα άλλα αισθητικά καλλωπισμένη γλώσσα του κάνει χρήση απωθητικών ονομάτων χυδαίων επαγγελμάτων όπως, Θεός φυλάξοι, ‘βυρσοδέψης’… Τούτο, βέβαια, δίνει στον οξυδερκή είρωνα Σωκράτη μια έξοχη εισαγωγή στον λόγο του, αφού παιγνιωδώς διαμαρτύρεται για τις αρετές της γνώσης και της ευγλωττίας ή του ζυγισμένου, πονηρού λόγου που του αποδίδονται, ενάντια στον οποίο οι κατήγοροι προειδοποιούν τους κριτές πολίτες της Ηλιαίας να φυλάγονται, για να μην πέσουν κι αυτοί θύματά του. Στην πραγματικότητα, διατείνεται ειρωνικά ο Σωκράτης, όντας τόσο υποδεέστερος σε ικανότητες από ό,τι τον παρουσιάζουν οι κατήγοροί του, σχεδόν έπεσε ο ίδιος θύμα της ρητορικής τους δεινότητας κι ευγλωττίας, ώστε να παρασυρθεί από τα απατηλά τους λόγια να λπιστέψει ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που στην πραγματικότητα και τόσο πρόδηλα εείναι, και που φάνηκε μόλις άνοιξε το στόμα του στον ‘άτεχνο’ λόγο του. Ο Σωκράτης, δηλαδή, εύγλωττα αποδεικνύει πόσο του λείπει η ευγλωττία που του αποδίδεται, κατηγορούμενος για ‘εξαπατώσα ευγλωττία’…

Μαιτρ, πράγματι της ειρωνείας ο Σωκράτης, και το ειρωνικό πείραγμα κάνει τον πλήρη κύκλο του, αφού η ευγλωττία χρησιμοποιείται ώστε… εύγλωττα να αποδειχθεί η… απουσία της κι ο φερόμενος ως απλοϊκός Σωκράτης να αντιπαραβάλλει την αθώα του αγαθότητα ενάντια στις εύγλωττα στημένες εναντίον του ψευδολογίες των κατηγόρων. Αλλά ο φιλόσοφος Σωκράτης δεν ενδιαφέρεται να αντιτάξει ευγλωττία στην ευγλωττία. Η πραγματική αντίθεση δεν βρίσκεται σε μια ρηχή αντιπαραβολή κι επιφανειακό παιχνίδι των φαινομένων. Ο σκοπός του στο δικαστήριο δεν είναι καν δικανικός, δεν ενδιαφέρεται καν να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στους κατηγόρους του, να σώσει το κεφάλι του.

Σε μια βαθύτερη, δραματική χρήση της ειρωνείας, ο σκοπός του Σωκράτη είναι φιλοσοφικός, να αντιπαρατάξει τον αληθή, φιλοσοφικό λόγο, ενάντια στα καλοστημένα ψέμματα, επιχειρήματα οπλισμένα με ειλικρινείς προθέσεις ενάντια στον περίτεχνο λόγο για χάρη και μόνο των επιχειρημάτων, η φιλοσοφία ενάντια στην σοφιστική. Η ευγλωττία των κατηγόρων του, άλλωστε, χρησιμεύει σαν σαφές δείγμα ευγλωττίας στην υπηρεσία ψεμμάτων. Κι ο ίδιος, ο Σωκράτης διαμαρτύρεται ότι δεν διαθέτει το είδος της γνώσης, δηλαδή των δικανικών λόγων, την τέχνη του λόγου που εμπορεύονται στην αγορά οι Σοφιστές και προς τους οποίους, έμπρακτα εδώ, με ένα λόγο στο δικαστήριο που ειρωνεύεται τον δικανικό για να τον καταγγείλει ως κενολόγο τέχνη της ψευδολογίας, αντιπαρατάσσει τον ‘αφτιασίδωτο’ λόγο επιχειρημάτων που επιζητούν την αλήθεια. Μητέρα όλων των ειρωνειών, άλλωστε, στέκει το γεγονός ότι η επιζητούμενη από τους κατηγόρους του – κι ειρωνικά ίσως με την εξοργιστικώς παιγνιώδη ειρωνική τεχνική του Σωκράτη από τον ίδιο τον Σωκράτη – καταδικαστική έκβαση της δίκης, θα αποδείξει την απουσία της τέχνης που ψευδώς αποδίδεται στον Σωκράτη όταν περισσότερο από ποτέ την χρειαζόταν. Η νίκη των μεν θα σηματοδοτεί την ήττα τους, η ήττα του δε την νίκη του. Αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που είναι, στην Σωκρατική φιλοσοφική ειρωνεία η κύρια πλατωνική φιλοσοφική πρόταση των αναβαθμών της πραγματικότητας.

Έχοντας κατηγορηθεί ως συγκροτημένος, ‘επαΐων’ διδάσκαλος, που διαφθείρει τους νέους, ο Σωκράτης απαντά με μια διπλή ειρωνεία. Διαμαρτύρεται αντιπροβάλλοντας την άγνοιά του, επαναλαμβάνοντας σε διάφορες περιπτώσεις ότι δεν έχει γνώση, ‘ουκ επίσταμαι’ (19c), κι έτσι, αν δεν γνωρίζει, πώς θα μπορούσε να είναι διδάσκαλος κι ακόμα, πώς θα μπορούσε να ασκεί ένα τέτοιο σημαντικό επάγγελμα, που τόσο αδρά πληρώνει άλλους, τους σοφιστές, πώς θα το ασκούσε χωρίς πληρωμή; Το παράδειγμά του είναι ο Εύηνος, που είχε καυχηθεί στον Σωκράτη ότι χρεώνει πέντε μνας το κάθε μάθημα. Η Σωκρατική ειρωνεία είναι, βέβαια, ότι οποιοδήποτε ποσό θα έμοιαζε μικρό σε σύγκριση με ένα τόσο ευγενές επάγγελμα, κι αν το κατείχε ο Σωκράτης και το δίδασκε, δεν θα επήρετο για το ‘ευτελές’ σε σύγκριση ποσό των πέντε μνων, αλλά για την πραγματικά άξια κι ευγενή πλευρά του πράγματος, το ίδιο το διδασκόμενο μάθημα κι όχι τις πέντε μνας γι’ αυτό (20b).

Ο Σωκράτης, βέβαια, δεν είναι ένας ‘επαΐων’ διδάσκαλος. Ποιό από τα δύο ζεύγματα της σύζευξης αρνείται; Ειρωνικά, έχει αρνηθεί την σύζευξη, αλλά ταυτόχρονα έχει αρνηθεί το καθένα από τα δυό της τμήματα. Στην πραγματικότητα, αναμετράται με τον χρησμό των Δελφών που τον ανεκήρυξε ως τον σοφότερο των ανθρώπων στην Αθήνα. Η απόρριψη του χρησμού είναι προσεκτική, όπως αρμόζει, με θρησκευτικό σεβασμό στην ιερότητα των χρησμών. Δεν αποτολμά να διαψεύσει τον χρησμό, αλλά, εν γνώσει της αγνοίας του ζητεί να διακριβώσει το νόημά του. Γυρνά, λοιπόν, όλους τους δηλούμενους επαΐοντες και διδασκάλους, πολιτικούς, σοφιστές, τεχνίτες, για να τους ελέγξει διαλεκτικά και με την πειραστική δοκιμή της ειρωνείας, μόνο για να διαπιστώσει ότι ο καθένας τους στερείται της γνώσεως που καυχιέται ότι έχει (21b). Ακόμα και οι τεχνίτες, καλοί στην τέχνη τους, λανθάνονται στην ψευδαίσθησή τους ότι γνωρίζουν ο,τιδήποτε πέρα από την τέχνη τους. Έτσι, διαπιστώνει, ειρωνικά, ότι είναι ο μόνος που γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει, ‘μη έχοντας την τιμή οιασδήποτε γνώσεως’ 23b).

Σαν αληθής φιλόσοφος, λοιπόν, ο Σωκράτης μπορεί, ως έδει, να διακρίνει, να κρίνει, ανάμεσα στην αληθή και την φερομένη, ψευδή και κίβδηλη γνώση. Εδώ έγκειται η γνώση του, από δω πηγάζουν τα προβλήματα και οι εχθροί του. Γιατί, ένας άνθρωπος που γλυστρά κι ελίσσεται με τον διαλεκτικό διαλογισμό και την ειρωνεία του, μια χαρισματικά και πανέξυπνα γλυστρώσα προσωπικότητα που ελέγχει τις ψευδείς επιφάσεις και προσποιήσεις των άλλων ότι κατέχουν την αλήθεια, αποκαλύπτοντάς τις ως ψεύδη, χωρίς ποτέ να αποκαλύψει την δική του αλήθεια, δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει εχθρούς: πολλαί μοι απέχθειαι γεγόνασι (23b).

Κάτοχος αναμφισβητήτων και βεβαίων αληθειών επιμένει, βεβαίως, ότι δεν είναι, ούτε και διδάσκαλος είναι, χορηγός της αλήθειας. Είναι όμως της αληθείας εραστής, κι ένας ικανός βοηθός των άλλων να βρουν ο καθείς την δική του αλήθεια. Είναι, όπως διϊσχυρίζεται και παραδέχεται στους πλατωνικούς διαλόγους, μια ‘μαία’. Τούτο είναι ένα ζωτικό σημείο, αποκαλύπτοντας τον Σωκράτη ως διδάσκαλο, μόνο δια της ειρωνείας. Στο βιβλίο του ‘Η Έννοια της Ειρωνείας’, και προσδιορίζοντας το δικό του Χριστιανικό έργο ως Σωκρατικό, ο Kierkegaard αναδιφεί εδώ τον αληθή τόπο και σκοπό της Σωκρατικής ειωνείας. Για να επιτύχει ο φιλόσοφος ‘μαία’ στην γέννηση της ζωής, εδώ της φιλοσοφικής αλήθειας, πρέπει να το κάνει εν κρυπτώ, σε παραλλαγή, να βοηθήσει τον άλλο να κινηθεί μακριά από αυτόν, να τον στρέψει πίσω και μέσα στον εαυτό του, όπου θα βρει τους πόρους και την δύναμη να ελευθερωθεί. Χρειάζεται μια συγκεκριμένη ηθική στάση για να επιτευχθεί αυτό, ένας ηθικός χαρακτήρας είναι απαραίτητος για να ασκήσει κανείς την μαιευτική, να ενεργήσει ως ‘μαία’. Ο Σωκρατικός μαιευτικός φιλόσοφος είναι χρήσιμος στον συνομιλητή – συζητητή του βοηθώντας τον με ένα τρόπο της ελευθερίας, να στραφεί στις δικές του δυνάμεις, να αυτενεργήσει την ζήτηση της αλήθειας, να σταθεί ηθικά στα δικά του πόδια. Ο Kierkegaard επιμένει ότι για να λειτουργήσει η διαδικασία, ο φιλόσοφος-μαία πρέπει να αποκρύψει το γεγονός ότι βοηθεί τον συνομιλητή του.

Εδώ έγκειται η ειρωνεία: στο παράδοξο ότι ο φιλόσοφος-μαία ‘έχει κάνει τα πάντα για το άλλο άτομο ενώ εμφανίζεται να μην έχει κάνει τίποτα’. Στην πραγματικότητα, όπως κάνει ο Σωκράτης στην Απολογία του, εμφανίζεται ως κάτι πολύ κατώτερο από ό,τι πράγματι είναι, υποβαθμίζει τον εαυτό του μέχρι αυτο-εκμηδενίσεως. Διεκπεραιώνει την προσποίηση και την απόκρυψη μέχρι τέλους, μολονότι η επιτυχής έκβαση της όλης ευεργετικής του φιλοσόφου μαιευτικής παρέμβασης ειρωνικά αποδεικνύει την όλη ειρωνεία του παιχνιδιού, φέρνοντάς το σε εκπλήρωση σε έναν πλήρη κύκλο της αρετής. Από μια ηθική άποψη, για να σταθεί αληθής ο φιλόσοφος στο όλο έργο της ευεργεσίας του συνομιλητή του, να μπορέσει δηλαδή ο τελευταίος να βρει μόνος του την φιλοσοφική αλήθεια, ο φιλόσοφος πρέπει, ειρωνικά, να σταθεί αληθής στο ψεύδος του. Ένα ‘γενναίο ψεύδος’ εδώ, μια ενάρετη απάτη, στην υπηρεσία της διδασκαλίας της αρετής.

Κι επίδειξη ηθικού χαρακτήρα για τον φιλόσοφο-μαία, να σταθεί σταθερά αληθής στην ειρωνεία του να είναι περισσότερος με το να είναι λιγότερος, να είναι αποφασιστικά εκεί, σε βοήθεια, με το να αυτο-εκμηδενίζεται και να σβήνει, να διαγράφει τον εαυτό του. Μια ειρωνεία που διείδε ο Αλκιβιάδης στον Σωκράτη, στο Συμπόσιο, περιγράφοντάς τον να μοιάζει με αποκρουστικό Σειληνό απέξω, αλλά να κρύβει όμορφα – Θεόμορφα – αγάλματα μέσα του: καί μοι ἔδοξεν οὕτω θεῖα καὶ χρυσᾶ εἶναι καὶ πάγκαλα καὶ θαυμαστά, (216e-217a).. Κι όλα αυτά παραπέμποντας στον Φαίδρο, όπου ο Πλάτων δείχνει τον Σωκράτη να προσπαθεί, με την επιδέξια επίδειξη της ρητορικής του, ως εραστής να σαγηνεύσει τον Φαίδρο στην Φιλοσοφία, σαν τελειώνουσα, των του τελείου τελειομανών Παιδεία.



Γ. Πολιτική και ειρωνεία
Από την ειρωνεία της πολιτικής στην πολιτική της ειρωνείας

Πώς ειρωνεύεται ο πολιτικός, και πως πώς πολιτεύεται ο είρων; Ο πολιτικός ψεύδεται για να πείσει, ο είρων για να μεταπείσει. Ο υποκριτής, ο πολιτικός δηλαδή στην προβολή του ‘φαίνεσθαι’ που εξαπατά για το είναι του, εξηγεί ο Kierkegaard ‘είναι ο κακός που θέλει να φαίνεται καλός’, ενώ ο είρων φιλόσοφος ‘είναι μάλλον ο καλός που παίρνει την όψη του κακού’. Άλλωστε, ο Σωκράτης επιδιώκει , μέσα από την συνειδητοποίησή της, να αγαπηθεί η αλήθεια, όχι ο ίδιος. Αντίθετα από τον δημοσιοβόρο πολιτικό, ο είρων φιλόσοφος δεν επιδιώκει τα φώτα της ράμπας, της δημοσιότητας. Σκοπός δεν είναι η άγρα προσοχής, όχι να φωτισθεί το φερέφωνο της αλήθειας, αλλά η ίδια η αλήθεια. Ντύνεται ο Σωκράτης μια πλαστή αδεξιότητα για να κρύψει την δεξιότητά του, αυτοϋποτιμάται για να κρύψει το παιχνίδι του που είναι παιχνίδι μαθητείας κι όχι αλητείας. ‘Αυτός που δεν έχει να μάθει τίποτα από τους ανοήτους κι αντίθετα να τους τα διδάξει, υποτιμάται ο ίδιος για να τους μεταστρέψει στο φως.* Οδηγεί τους εφήμερους εχθρούς του, αγαπώμενους στην αλήθεια σαν φίλους, όχι σε νίκη πάνω τους, αλλά στην μαθήτευση της αλήθειας. Πρόκειται, άλλωστε, για μια έκφραση της κλασικής αιδούς: να εκφράζεις το περισσότερο λέγοντας το λιγότερο. Μόνον ο δυνατός έχει το δικαίωμα να είναι αδύνατος: ο είρων λόγος της Σωκρατικής αυτοϋποτιμώμενης, αυτεκμηδενιζόμενης, διδασκάλου μέσα στην επίφαση της αγνοίας της Μαίας.

Την φαυλότητα επιδιώκει να σπάσει η ‘τσούκτρα’ του είρωνα. Η νάρκη του ψεύδους προκαλεί μόνο την νάρκωση, είναι, όπως λέει ο Κρατύλος, ‘τουναντίον τη φορα’, σταματά την θεία διαδρομή της φοράς προς την αλήθεια, είναι το αντίθετο της κίνησης, σταματώντας την μεσοδρομίς. Της ειρωνείας, αντίθετα η νάρκη μουδιάζει για να ξεμουδιάσει, ακολουθεί την ‘νάρκη’ της ο γόνιμος στοχασμός: ‘ου καθευδητέον εν τη μεσημβρία’! Ο απατεών, ο πολιτικός (συνώνυμα… ως επί το πολύ) αφήνει το θύμα του στο σκότος, τον μεταχειρίζεται σαν ‘πτώμα’, σαν αντικείμενο, ενώ ο είρων, μετά την δεσποτική σχέση της ‘δεσποτείας’, της ανωτερότήτάς του,τον ‘περιάγει’ εις ‘συμπόσιον’, στην συναδέλφωση της συνανακάλυψης.

Αντίθετα από το Βυζαντινό Σεράι, όπου ενεδρεύουν σκευωρίες, παγίδες και κρυψίμυθοι, γραφει εύγλωττα ο Βλαντιμίρ Γιαγκέλεβιτς, το αθηναϊκό συμπόσιο δεν γνωρίζει από δηλητηριώδη ποτά του δόλου: κυριαρχούν η ευωχία ελεύθερων λόγων και διαλεκτικής ευφράδειας, είναι τόπος από κοινού αναζήτησης, με την μέθη της οινοποσίας να μην αποκτηνώνει αλλά να βοηθεί στην έξαρση του λόγου, σε διερωτήσεις μέσα σε πνεύμα ισότητας και διαυγούς ανταλλαγής. Ιδού οι ‘επιβάσεις’ και ‘ορμαί’ που συναντούμε στην Πολιτεία, στο τέλος του έκτου βιβλίου, οι ‘επαναβασμοί’, που για την ιέρεια Διοτίμα συνιστούν τις διαδοχικές βαθμίδες αποπνευμάτωσης.

Ενώ ο ψεύτης πολιτικός απομακρύνει τον απατώμενο από το πνεύμα του νοήματος συγχύζοντάς τον σε μια παραπανητική κυριολεξία (υπάρχουν οι Βίκτωρες Παπαγαλόπουλοι προς τούτο), ο είρων οδηγεί τον δέκτη της ειρωνείας με ελαφρές αναπηδήσεις, από το γράμμα στο πνεύμα. Η προσωρινή αμηχανία της ειρωνείας είναι παρά μια καλόγνωμη μηχανή για να περάσει ο δέκτης της από την ασυνειδησία σε περισσότερη συνείδηση.

Δ. Φιλοσοφική ειρωνεία: Ο Rorty και το τέλος της φιλοσοφίας
Το νόημα της ειρωνείας

Το τέλος της φιλοσοφίας; Πάντως, σε ό,τι ‘μεγάλο’ συνεπάγεται ο όρος. Από τον Καντ, και τις. Αντινομίες του Λόγου, έχουμε μάθει να μην ρωτούμε τα μεγάλα, αναπάντητα ερωτήματα. Να κινούμαστε κριτικά, στα Όρια του Λόγου. Μάθαμε να μιλούμε για γλωσσικά παίγνια, γλωσσικά πλαίσια, μορφές ζωής, δομές, κοινωνικές κατασκευές και παραδείγματα. Κάθε έννοια θεμελίωσης και νομιμοποίησης που μπορεί να έχουμε είναι κριτική και ‘εσωτερική’, immanent. ´Ενα γλωσσικό παίγνιο μπορεί να τροποποιηθεί, να αναπροσαρμοστεί από τα μέσα, να οικειωθεί κριτικά, αλλά οπωσδήποτε όχι να θεμελιωθεί. Φαίνεται συνετό λοιπόν να δεχθούμε τον ισχυρισμό του Richard Rorty ότι η Φιλοσοφία έχει πια ωριμάσει όταν δεν είναι πλέον φιλοσοφία.

Η καλή φιλοσοφία είναι είτε κριτική της λογοτεχνίας – μια έννοια του εαυτού μας μέσα από την κειμενικότητά μας – είτε είναι ειρωνική – μια αναγνώριση του γεγονότος ότι τα γλωσσικά παίγνια είναι παίγνια κι ότι είναι δικά μας παίγνια. Μπορούμε ωστόσο να αναρωτηθούμε κατά πόσο αυτό το οιονεί ουτοπικό όραμα της μετα-μεταφυσικής ειρωνείας είναι δυνατό, θεμιτό ή επιθυμητό. Υπάρχουν, ακόμη, στον Rorty υπαινιγμοί ότι δεν μπορούμε καν να είμαστε πλήρως είρωνες. Η ειρωνεία μπορεί να εξαρτάται από ένα υπόλοιπο, ή ίζημα Παρμενίδειων, αναπαραστατικών, ρεαλιστικών, ή μεταφυσικών, παλαιάς κοπής επιχειρημάτων ώστε να μπορούμε να βασίσουμε ισχυρισμούς της συμβατικής ή ειρωνικής μας κατάστασης. Αλλά, τότε η ειρωνεία δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως δημόσιος ή γενικός κανόνας. Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο Rorty αισθάνεται ότι η ειρωνεία είναι δυνατή, τουλάχιστον στο επίπεδο του προσωπικού αυτο-προσδιορισμού μας. Η ειρωνεία, για τον Rorty, διαθέτει δύο (τουλάχιστον) συστατικά χαρακτηριστικά. Η ειρωνεία είναι η ικανότητα να αντισταθούμε σε στήριξη στην ‘υπερβατικότητα’ όπως επίσης η αναγνώριση της ενδεχομενικότητας της κατάστασής μας. Μια τέτοια περιγραφή της ειρωνείας μπορεί να φαίνεται δυνατή κι ελκυστική. Eπιστημολογικά και πολιτικά η ειρωνεία μπορεί να μην είναι δυνατή, αλλά στο επίπεδο του αυτοπροσδιορισμού και της προσωπικής στάσης απέναντι στα πράγματα φαίνεται δυνατή κι ίσως επιθυμητή. Οι γνωστικές πρακτικές μπορεί πάντα να προαπαιτούν την πρόταξη μιας πραγματικότητας, μια δημόσια πολιτική μπορεί να προϋποθέτει ένα ωρισμένο και σταθερό γλωσσικό παίγνιο. Αλλά, σαν μια προσωπική στάση πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ειρωνικά, ότι οι συμβάσεις μας είναι συμβάσεις και καμμία μεταφυσική θεμελίωση δεν είναι δυνατή ή επιθυμητή.

Και δεν είναι μόνο ο Rorty αυτός που το πιστεύει. Η ιδέα ότι είμαστε σε μετα-μεταφυσική κατάσταση φαίνεται να είναι ευρύτερα αποδεκτή. Δεν ζητούμε, πλέον, έσχατες θεμελιώσεις, αληθείς περιγραφές, καθολική συμφωνία, ούτε και βασιζόμαστε σε φανταστικά όντα όπως ‘ιδέες’, ‘νοήματα’, ή ‘υποκείμενα’. Η ‘προοπτικότητα’ που συνεπάγεται η ειρωνική θέση του Rorty είναι επίσης κρατούσα, αν όχι στην φιλοσοφία, τουλάχιστον στην θεωρία της λογοτεχνίας, τις πολιτισμικές σπουδές, την μετα-αποικιακή θεωρία, όπως και μερικές περιγραφές του τί συνιστά ‘μετανεωτερικότητα’. Η προαγωγή της ειρωνείας από τον Rorty συνιστά σύμπτωμα της γενικής δυσφορίας που περιβάλλει τον σύγχρονο αντιθεμελιωτισμό. Από την μια μερηά, υπάρχει μια γενική μετα-διαφωτιστική αναγνώριση ότι δεν υφίστανται καθολικοί νόμοι και θεμέλια. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει κι η αναγνώριση ότι το να ζήσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον απουσίας θεμελίων είναι κάτι αδύνατο.

Το άτοπον της ειρωνείας κι η ‘τοπική ειρωνεία’

Η ίδια η ιδέα της ειρωνείας ορίζεται ειρωνικά και παράδοξα γύρω από αυτήν την αμφισημία. Η ειρωνεία μπορεί να ιδωθεί σαν μια συγκεκριμένη τεχνική που αντανακλά τις δικές μας συνθήκες νοηματοδότησης του κόσμου. Επειδή δεν μπορούμε να βγούμε έξω από τα γλωσσικά μας παίγνια, μπορούμε μόνο ειρωνικά να παίξουμε μέσα σ’ αυτά τα παίγνια. Η ειρωνεία παίρνει αυτούς τους όρους που φαίνονται θεμελιακοί και τους ανοίγει για συζήτηση.



Είναι δύσκολο να βρούμε τέτοια παραδείγματα ειρωνείας στον Rorty, αλλά πλεονάζουν στην παράδοση της Δυτικής Φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Ο όρος ‘λόγος’, reason, για παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκε τον 18o αιώνα για να αμφισβητήσει την τύφλα και τυραννία του θεϊκού δικαίου. Όταν, όμως, ο όρος ‘λόγος’ ο ίδιος έγινε ένα ακόμη πιο τυραννικό δόγμα, η θεραπεία αναζητήθηκε στην ειρωνεία, όπως στους συγγραφείς Jonathan Swift και William Blake, συγγραφείς που επαναλαμβάνουν την ίδια την χρήση της έννοιας του λόγου για να αναδείξουν – αν όχι να δηλώσουν – τις καθαρά παράλογες χρήσεις του. Νέες έννοιες μπορεί να επινοηθούν από φιλοσόφους για να αποτινάξουν τα γλωσσικά μας παίγνια: απλά, σκεφθείτε τους τρόπoυς με τους οποίους τα ‘γλωσσικά πλαίσια’ (discourse), η ‘κουλτούρα’ ή ο πολιτισμός κι η ‘κοινωνία’, έθεσαν εν αμφιβόλω την έννοια του ανθρώπινου υποκειμένου. Ακόμη κι ο Έγελος χρησιμοποίησε την τοπική ειρωνεία για να αποφύγει την μαζική κατάρρευση της φιλοσοφίας. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο Απόλυτο, επιχειρηματολόγησε, νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τί εννοούμε, όταν όμως εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε την έννοια, οι προτάσεις μας δείχνονται ασυνεπείς κι ακατανόητες. Αν πραγματικά εννοούμε ότι κάτι είναι ‘Απόλυτο’, πώς μπορούμε να λέμε ότι έχουμε σχέση με αυτό; Αυτό είναι το πρόβλημα που ο Έγελος ανεγνώρισε στους Γερμανούς ειρωνιστές της εποχής του, συγγραφείς που χρησιμοποιούσαν έννοιες με αστόχαστο τρόπο.

Ο Έγελος χρησιμοποίησε τοπική ειρωνεία για να απορρίψει την ολική ειρωνεία του Ρομαντισμού. Μόνο αν αναδείξουμε μερικές από τις έννοιές μας παράδοξες μπορούμε να αντισταθούμε στην ολική απώλεια των νοημάτων μας. Η τοπική ειρωνεία αυτού του τύπου παίζει με μερικές έννοιες μέσα σε μια άλλως σταθερή γλώσσα κι είναι ένας τρόπος να δείξουμε ότι οι έννοιες που σκεπτόμαστε ότι είναι απλά εκφράσεις του τρόπου με τον οποίο τα πράγματα είναι, είναι απλά έννοιες. Έχουν ένα νόημα ή δύναμη που βρίσκεται συχνά σε σύγκρουση με αυτό που θεωρούμε φυσικό ή μη προβληματικό. Όταν, λοιπόν, ένας φιλόσοφος χρησιμοποιεί ειρωνεία, αυτό που κάνει είναι να αποσπά, να διαχωρίζει την γλώσσα από τις αναπαραστατικές της αυταπάτες.

Σε ένα βαθμό, αυτή είναι η έννοια της ειρωνείας στον Rorty. Δεν μπορούμε να βγούμε από την γλώσσα για να την θεμελιώσουμε, αλλά μπορούμε να κάνουμε ‘εντομές’ ή παρεμβάσεις στην γλώσσα για να διερευνήσουμε κάποιες από τις έννοιες της ή τους τρόπους με τους οποίους μιλούμε. Αλλά, τότε, στηριζόμαστε σε τμήματα ή την υπόλοιπη γλώσσα για να εξετάσουμε μερικές, τοπικά, έννοιές της. Το ‘πά στώ’ είναι κι αυτό στην γη. Κυκλικό, αλλά εδώ έγκειται η ειρωνεία: αυτό είναι ό,τι έχουμε.

Επιπρόσθετα από τον τοπικό και θεραπευτικό της χαρακτήρα, η ειρωνεία μπορεί να θεωρηθεί σε ένα μετασημασιολογικό επίπεδο. Εδώ, η ειρωνεία δεν είναι μόνο ένα εργαλείο μέσα στην γλώσσα για να στοχαστούμε πάνω στο νόημα, αλλά ένας τρόπος να ζήσουμε ή υπάρξουμε σε σχέση προς το νόημα συνολικά. Η ειρωνεία, τότε, δεν είναι μια τοπική ή θεραπευτική χρήση των λέξεων για να δείξουμε την ασυνέπεια ή γλωσσική περιττότητά τους. Η ειρωνεία, τότε, επενεργεί μια πλήρη αποστασιοποίηση από την γλώσσα γενικά. Η ειρωνεία, τότε, σ’ αυτήν την υπαρξιακή έννοια είναι κάτι περισσότερο από την ανεπάρκεια αυτής ή της άλλης έννοιας. Είναι τα όρια και οι επαχθείς όροι της ίδιας της εννοιακότητας. Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε έννοιες που δεν δημιουργήσαμε εμείς. Και αυτό το ‘εμείς’ είναι, απλά, συνέπεια αυτών των εννοιών στις οποίες βρεθήκαμε να εγκατοικούμε. Εφαρμόζουμε μετά τις έννοιες αυτές σε ένα κόσμο που μας είναι επίσης δεδομένος ως προ-εννοιακός μέσα από τις έννοιες που έχουμε γι’ αυτόν. Η θέση του Rorty μετεωρίζεται ανάμεσα στην χρήση της ειρωνείας ως τρόπου μέσα στην γλώσσα ή τα γλωσσικά παίγνια (τοπική ειρωνεία) και την ιδέα της ειρωνείας ως θεωρίας της γλώσσας γενικά.

Φιλοσοφία και Ειρωνεία: το Εγελιανό ‘άλλο’

Μπορώ να μιλήσω στον άλλο μονάχα αν τον αναγνωρίζω ως κάποιον που ακούει: ο άλλος που με ακούει είναι ένα υποκείμενο, οπλισμένος με τον νόμο της σκέψης και του λέγειν. Ανάμεσα στο ‘εγώ’ που μιλά και τον άλλο που ακούει πρέπει να υπάρχει αυτός ο φαντασιακός ιδεατός Άλλος που μπορεί να εννοήσει αυτά που λέω. Συνείδηση είναι αυτό το άλλο ή το βλέμμα μέσα μου, τέτοιο που η εγρήγορση που ασκώ για το είναι μου συνιστά την ίδια ώρα μια πράξη φιλαυτίας, αγάπης εαυτού ή του ιδεατού εαυτού που με συνιστά ως υποκείμενο και, από την άλλη, το αποτέλεσμα μιας θεώρησης που είναι εξωτερική προς οποιονδήποτε φυσικό εαυτό – η ακρόαση μιας προσφώνησης από έναν άλλο που είναι αναγκαίως απών.

Αυτό το βλέμμα προς τον άλλο που εσωτερικοποιείται ως βλέμμα αυτο-σκόπησης συνιστά την διάνοιξη στην φιλοσοφία και την οντολογία. Πώς αλλιώς μπορώ να εξηγήσω την επιθυμία μου να συλλάβω αυτό που δεν είναι παρόν; Το ερώτημα του όντος, της παρουσίας αυτής που κείται πάνω και πέραν οποιουδήποτε ενορώμενου ‘τόδε τι’, δεν θα μπορούσε να είναι δυνατό χωρίς αυτή την φαντασιακή απουσία, μια απουσία που μου επιτρέπει να προσφωνώ τον άλλο όχι σαν πράγμα, αλλά σαν υποκείμενο που επιθυμεί. Είναι ο άλλος σαν υποκείμενο ό,τι μου επιτρέπει να σκέφτομαι ‘πέραν’ του κόσμου μου για έναν κόσμο γενικά. Για να σκεφθώ το ‘είναι’ ή για ό,τι κείται πέραν αυτού ή εκείνου του θεάσθαι, πρέπει να μπορώ να σκεφθώ για ό,τι κείται πέραν της υποκειμενικότητάς μου, για ό,τι μπορεί να ευρίσκεται εκεί για οποιαδήποτε υποκειμενικότητα. Το άλλο σαν υποκείμενο δίνεται μόνο στις συνθήκες της ομιλίας, αφού μονάχα μέσα από την σημασία ή το μήνυμα το βλέμμα του άλλου είναι κάτι περισσότερο από ό,τι γίνεται αντιληπτό.

Πρέπει να προϋποθέσω την ψυχή του άλλου για να έχει η σημασία νόημα, για να υπάρχει νόημα πίσω από αυτό που λέω. Όπως λέει ο Έγελος, ‘είναι σε αυτό, την ψυχή, που δείχνει το εξωτερικό. ‘Γιατί, ένα φαινόμενο που σημαίνει κάτι, δεν παρουσιάζει τον εαυτό του στον νου μας, ή ότι είναι εξωτερικό, αλλά κάτι άλλο’.



Η Ειρωνεία της Απόστασης
Η Ειρωνεία της Πολιτικής κι η Πολιτική της Ειρωνείας

Τόσο κοντά και, συνάμα, τόσο μακριά. Στο σαλόνι σας, την κουζίνα ή την κρεβατοκάμαρα, αν έχετε κι εκεί τηλεόραση, σε σκόπιμο συγχρονισμό σε όλα τα κανάλια, είπαμε οι κακόπιστοι, για να μην αποφεύγονται: σαν Διάγγελμα του Μεγάλου Αφελφού. Ο Λόγος της Εξουσίας, ή το ειρωνικό… Άλλο του Λόγου. Κι ένα για τον δρόμο, ο αιώνιος Προδρόμου.

Παντού, αλλά και πόσο έξω από τα πράγματα που ‘διαγγέλλουν’: αμέτοχοι στις πραγματικές συνέπειές τους, αδιάφοροι και ξένοι στην οδυνηρή για τους πολλούς, αντιφατική προς το ειρωνικό των λόγων περιτύλιγμα, την καταστροφική πραγματικότητά τους. Ξεχωρίζοντας την πραγματική από την ρητορική ειρωνεία, στο Om Begrebet Ironie, Η Έννοια της Ειρωνείας, ο Kierkegaard υποδεικνύει ότι, αντίθετα από την παιγνιώδη, ή εμπαικτική προφάνεια της ειρωνείας του λόγου ως εμφανούς ρητορικού σχήματος, στην πραγματική ειρωνεία “υπάρχει η τάση να μην γίνεται αυτή κατανοητή” (D.C.Muecke, 1970. Eιρωνεία. Η Γλώσσα της Κριτικής, αρ. 11, εκδ. Ερμής, μτφ. Κώστας Πύρζας, σ. 80). Αλλά, αν βασικό γνώρισμα της ειρωνείας είναι η αντίθεση φαινομένου και πραγματικότητας, τότε προϋπόθεση και απαραίτητος όρος της ειρωνείας είναι η συνειδητοποίηση της αντίθεσης, και μάλιστα στην πηγή της, στην εκφορά αν είναι δυνατόν του λόγου που επιχειρεί να καλύψει την αντίθεση αυτή. Με την αναγνώριση της συγκαλυμμένης ειρωνείας, όπως όταν ο Προδρομής με… αγαστή έκφραση καλόπιστου και καλώς εννοούντος ενθουσιασμού πανηγυρίζει την … ‘σωτηρία των τραπεζών’, ο κακόπιστος ακροατής, εσείς κι εγώ, αναρωτηθούμε κι ερωτήσουμε: ‘σώθηκαν από τί ακριβώς;’.



Αφήστε μια απάντηση