Η εκδίωξη της μεσαίας τάξης από τη χώρα

Καλά κάνουν οι νέοι που αποφασίζουν να μείνουν, να φύγουν, να επιστρέψουν στην Ελλάδα ή όπου αλλού και διεκδικούν να ζήσουν στο μέρος και με τον τρόπο που προτιμούν.
Όμως, είναι και οι 50ρηδες που φεύγουν και αφήνουν πίσω άλλος γονείς με άνοια, άλλος τη μάνα του μόνη της με σοβαρά προβλήματα υγείας, φίλους.

Είναι αυτοί που αναγκάζουν τα έφηβα παιδιά τους να χάσουν κι εκείνα τους φίλους τους, να αλλάξουν σχολείο, να μάθουν να ζουν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, επειδή κάποιος αποφάσισε να τους κάνει τον βίο αβίωτο.


Οι άνθρωποι αυτοί, δεν φεύγουν για να ζήσουν σε μια χώρα με καλύτερη ποιότητα ζωής, όπως οι νεότεροι. Δεν αφήνουν πίσω μόνο τους δικούς τους ανθρώπους, αλλά και τα στεγαστικά, τις υποχρεώσεις, τα χρέη τους. Αναγκάζονται να φύγουν, να ξεσπιτωθούν, για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να πληρώσουν όλες αυτές τις υποχρεώσεις.

Ένας φίλος που ανήκει σε αυτήν την κατηγορία των 50+ πήγε για έναν χρόνο στη Γαλλία, μόνος στην αρχή. Τη χρονιά που πέρασε, είδε τα παιδιά και τη γυναίκα του τρεις φορές – τα έξοδα πολλά βλέπεις. Κατάφερε επιτέλους να κάνει διακανονισμό στο δάνειο και τα χρέη του και πλέον τηρεί κανονικά τις ρυθμίσεις. Φέτος αποφάσισαν να μετακομίσουν όλοι εκεί με την ελπίδα να βελτιωθούν κάπως τα πράγματα και να μπορέσουν να επιστρέψουν.

Τι μπορείς να απαντήσεις σε αυτόν τον άνθρωπο όταν σου λέει «Ακόμα δε μπορώ να χωνέψω ότι με ανάγκασαν στα 50 μου, να φύγω από την χώρα με το ζόρι. Ό,τι έκανα εδώ κάνω κι εκεί: δουλεύω. Εκεί βγάζω λεφτά και μου μένουν, εδώ όχι»;

Η πιο «πολιτισμένη», η πιο «έξυπνη» βία, είναι η φτωχοποίηση. Να έχεις ικανότητες, να δουλεύεις και να μην έχεις να φας. Ούτε τανκς χρειάζεται, ούτε τίποτα – άλλαξαν οι καιροί.

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα, τι σημαίνει η εκδίωξη της μεσαίας τάξης από τη χώρα. Μη σκέφτεστε μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων και νέες τεχνολογίες. Ο φίλος, είναι τεχνίτης. Μαζί με τους γιατρούς, εξάγουμε και τεχνίτες, υδραυλικούς, ελαιοχρωματιστές, ψυκτικούς. Όλοι αυτοί ανήκαν στη λεγόμενη «μεσαία τάξη». Πήγαιναν στα ίδια μαγαζιά, είχαν τα παιδιά τους στα ίδια φροντιστήρια, σύχναζαν στα ίδια μέρη, είχαν παρόμοιο τρόπο ζωής.

Δεν είναι όμως μόνο το οικονομικό, είναι και εκείνο το
«εχε τον νου σου στη μάνα μου σε παρακαλώ. Πέρνα να ρίχνεις μια ματιά όποτε έχεις χρόνο»
που μου είπε καθώς τον αποχαιρετούσα και μου έκοψε τα γόνατα.

Μασάω τον θυμό μου με μικρές μπουκιές, αργά-αργά, αλλά δεν καταπίνεται με τίποτα.